κατορθώσω

κατορθώσω
κατορθόω
set upright
aor subj act 1st sg
κατορθόω
set upright
fut ind act 1st sg
κατορθόω
set upright
aor subj act 1st sg
κατορθόω
set upright
fut ind act 1st sg
κατορθόω
set upright
aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)
κατορθόω
set upright
aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιμοφτύνω — 1. κάνω αιμόπτυση 2. μοχθώ νύχτα μέρα για να κατορθώσω κάτι, «φτύνω αίμα» …   Dictionary of Greek

  • βιάζω — (AM βιάζω) Ι.1. μεταχειρίζομαι βία εναντίον κάποιου, αναγκάζω με τη βία 2. αναγκάζω με τη βία πρόσωπο σε σαρκική ένωση μαζί μου μσν. νεοελλ. πιέζω κάποιον φορτικά νεοελλ. 1. καταπιέζω, φέρνω σε δύσκολη θέση κάποιον 2. παρακινώ, παροτρύνω έντονα… …   Dictionary of Greek

  • κατεβάζω — (AM καταβιβάζω, Μ και κατεβάζω και καταβάζω και κατηβάζω) 1. οδηγώ ή φέρνω κάποιον ή κάτι από υψηλότερη θέση σε χαμηλότερη (α. «κατέβασα τις παλιές καρέκλες στο υπόγειο» β. «καταβιβάσας τὸν Κροῑσον ἀπὸ τῆς πυρῆς», Ηρόδ.) 2. φέρνω από τα μεσόγεια… …   Dictionary of Greek

  • προσοίομαι — Α νομίζω ότι θα κατορθώσω. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + οἴομαι «νομίζω, θεωρώ»] …   Dictionary of Greek

  • προσσπεύδω — Α σπεύδω προς κάτι, βιάζομαι προκειμένου να κατορθώσω, να επιτύχω κάτι …   Dictionary of Greek

  • σκλάβος — Αιχμάλωτος, δούλος. Λέγεται επίσης μεταφορικά και για κείνον που εργάζεται σκληρά. «Δουλεύει σαν σ.». Γενικά σ. ονομάζονται εκείνοι που τους πουλούσαν στα λεγόμενα σκλαβοπάζαρα. Σε σκλαβοπάζαρα του είδους πουλήθηκαν στην Αίγυπτο και πολλοί… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”